Μάθημα περί κυβέρνηση

Ο κυρίαρχος λαός λοιπόν, ευτυχώς θυμήθηκε «τι σημάνει δεξιά»...

... και
τοποθέτησε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, αυτούς τους απίθανους τύπους με τα
σανδάλια και τις άλλες αηδίες, που είχαν μετατρέψει ασεβέστατα την Βουλή, σε
καλοκαιρινή πλαζ. Και τώρα τι γίνεται;

Ή μάλλον τι περιμένουμε να γίνει;

Ο λαός έκανε το καθήκον του και αυτή τη φορά το έκανε σωστά. 
Οι νέοι ταγοί μας θα φανούν αντάξιοι των προσδοκιών ενός ολόκληρου Έθνους, που επί τεσσεράμισι χρόνια, ήταν αναγκασμένο να υφίσταται τα κόμπλεξ δεκαετιών της «πρώτη φορά αριστεράς»;

Αυτά σκεφτόταν ο Στέλιος ο Χλέμπουρας καθώς πήγαινε στο καφενείο που σύχναζε και από μέσα του «δούλευε» το καινούργιο πλάνο της διακυβέρνησης της Χώρας.

Διότι ο Χλέμπουρας, όχι που να το παινευτεί, αλλά την πολιτική την είχε στο αίμα του.

Μια φορά μάλιστα στο χωριό του, εκεί κατά Καλαμάτα μεριά, είχε εκλεγεί κοινοτικός σύμβουλος.

Όμως το πάθος του Γιάννη ήταν να γίνει πρωθυπουργός.

Όπως είπαμε το πλάνο το είχε έτοιμο. Τώρα, κοίταγε κάποιες μικρολεπτομέρειες.

Από πολιτικής απόψεως ο Χλέμπουρας ανήκε σ’ αυτό που λέμε «Συντηρητική
παράταξη».

Ο παππούς του, «Λαϊκός» του Τσαλδάρη. Ο πατέρας το,υ παθιασμένος
με την ΕΡΕ του Κων. Καραμανλή.

Ο ίδιος, συνέχιζε την οικογενειακή παράδοση.

Το «αλκολίκι» του αυτό το ήξεραν οι μόρτηδες στο καφενείο και μόλις
έσκασε μύτη ο Στέλιος, οι ερωτήσεις άρχισαν να πέφτουν σαν το χαλάζι.

Όλες, είχαν ως κεντρική ιδέα το τι είχε σχεδιάσει για την επόμενη μέρα ο Στέλιος αν «τον
κάνανε για μια ώρα πρωθυπουργό», τώρα που το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές.

Ο Στέλιος δεν βιάστηκε να απαντήσει. Κάθισε ή μάλλον χύθηκε, σ’ ένα
κεντρικό τραπέζι (Τραπέζι έν - καρέκλες πέντε), παρήγγειλε τα «συνηθισμένα» και
άρχισε:

- Μάγκες μου και να το ξέρετε, στα οικονομικά δεν μπορώ να κάνω πολλά
πράγματα, καθ’ όσον οι Βρυξέλλες βαρούνε τα νταούλια κι’ εμείς χορεύουμε. Και
μάλλον θα τα βαρούνε για πολύ ακόμα. Μη κοιτάτε τον ΣΥΡΙΖΑ, που τους δούλεψε
και είπαμε το ψωμί ψωμάκι. Όμως σε πολλά άλλα, μπορώ να κάνω θαύματα.

- Δηλαδή ρε Στέλιο;

- Ακούστε μάγκες και κρατάτε σημειώσεις, διότι μετά θα γράψετε
διαγώνισμα.

α. Και πρώτα πρώτα αυτό το καραγκιοζιλίκι με το ντύσιμο. Εγώ μάγκες
κόντης δεν είμαι και μεγάλωσα στη πιάτσα. Αλλά δεν μπορώ μωρ’ αδερφάκι και να
βλέπω να έρχουνται στη βουλή σαν να πήγαιναν στη λαϊκή κι’ έχασαν τον δρόμο.
Κάτι τρελοκαμπέρες με χίπικα ρούχα και τατουάζ στον αφαλό, όξω.

Κάτι«διανοούμενοι» με πέδιλα και λουλουδάτες πουκαμίσες, επίσης όξω, να κάνουν
παρέα με τους μπατιροτουρίστες.

β. Αλήθεια, ποιος είναι ρε ο Άρης Βελουχιώτης, που μαγάρισαν τη
βουλή με τη φάτσα του; Μήπως ήταν λάτρης της δημοκρατίας και δεν το ξέρω και τον έφεραν μέσα στο ναό της;

Γιατί, χάθηκαν τα εκδοροσφαγεία να τον κρεμάσουν ψηλά, να τον βλέπουν τα βόδια και να παγαίνουν μόνα τους για σφάξιμο;

γ. Δεν μου λέτε ρε σεις ο Παύλος Μελάς τι ήτανε; Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ μας
είπε ότι ήταν εκπρόσωπος των αστικοτσιφλικάδων, που ανέβηκε στην Μακεδονία
για να οργανώσει τον αγώνα κατά των κολλήγων.

Ρε είστε καλά; Άφησε την ωραία
του Κηφισιά, για να μπει τρεις φορές στη Μακεδονία και τελικώς ν΄ αφήσει εκεί τα
κόκαλά του, για… συνδικαλιστικούς λόγους;

δ. Ρε, εσεις που το μυαλό σας κόβει (οι μάγκες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους,
γιατί δεν ήξεραν ποιανού το μυαλό κόβει…), ποιός ρε εξουσιοδότησε τον Τσίπρα να
γεμίσει την Πατρίδα μας ασιάτες και αφρικανούς; Απαντώ: Ουδείς, ουδεμία, ουδέν.
Κι’ όμως την γέμισε και κυκλοφορείς στα Πατήσια και νομίζεις ότι είσαι στη
Βαγδάτη.

Ή πότε ρε μας είπε προεκλογικά ότι όταν πάρει τα ηνία, θα αρχίσει να
μοιράζει δεξιά κι’ αριστερά ελληνικά κομμάτια και πάρε κόσμε τώρα που τα βάλαμε
στη φτήνια;

ε. Όταν ήμουν μικρός, αλλά και μετά που μεγάλωσα, είχα μάθει να
παγαίνω στην εκκλησία της γειτονιάς μου, να μεταλαβαίνω κάθε Πάσχα και
Χριστούγεννα, να παντρεύεται κανονικά άντρας με γυναίκα και όχι ο Μήτσος με τον
Κίτσο ή η Γιούλα με την Τούλα και τέτοια όμορφα. Ποιος είναι ρε ο ΣΥΡΙΖΑ που θα
μου επιβάλει τον Ζακ, τον Αντιγόνη και τα τεμένη στο Βοτανικό;

Αλλά μάγκες πέρασε η ώρα και θα με περιμένει η κυρά για φαγητό. Και
έχουμε κάτι γεμιστά μούρλια…

Εκεί οι βλάμηδες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και σάμπως να νόμισαν ότι ο
Στέλιος κρατάει και μια πισινή.