ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΤΣΙΠΡΑ

Αντιπολιτευτικό μοντέλο με λέξη «κλειδί» την άρνηση

Από τον
Μανώλη Κοττάκη

Υπάρχουν δύο τρόποι για να προσεγγίσει κανείς τις πρώτες ημέρες αντιπολιτευτικής αμηχανίας του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο πρώτος είναι να παρατηρήσει πώς συμπεριφέρεται ο αριστερός Τύπος αναζητώντας απεγνωσμένα πολιτικούς στόχους. Επιτέθηκε, για παράδειγμα, στον νέο υφυπουργό και κατ’ ουσίαν συντονιστή κυβερνητικού έργου Ακη Σκέρτσο για το θέμα του κατώτατου μισθού επειδή τον καιρό που ο ΣΕΒ προσέφευγε κατά της υπουργικής απόφασης συνέπεσε να αποτελεί διοικητικό στέλεχός του. Αίφνης ο κ. Σκέρτσος εμφανίζεται ως ο υπερυπουργός τεχνοκράτης, η άποψη του οποίου θα επιβληθεί στον εκλεγμένο υπουργό Εργασίας Γιάννη Βρούτση.

Ετσι είναι αν έτσι νομίζετε! 

Δεν λειτουργεί έτσι, αγαπητοί, το σύστημα Μητσοτάκη. Εάν ήθελε -εξ όσων γνωρίζουμε δεν θέλει- να μεροληπτήσει υπέρ του ΣΕΒ, ο πρωθυπουργός δεν χρειαζόταν τον κ. Σκέρτσο.

Μπορεί και μόνος του. Και εν πάση περιπτώσει στο σπίτι του κρεμασμένου ομιλούν για σχοινί; Η μισή Εκάλη δοξάζει ακόμη και σήμερα τον κ. Τσίπρα επειδή της μείωσε την εθελοντική εισφορά. Silence.

Αλλο πρόσωπο που απεγνωσμένα αναζητήθηκε για να χτυπηθεί είναι η νεαρά υφυπουργός Δόμνα Μιχαηλίδου.

Αν και πρέπει να μετριάσει τη συχνότητα των αμήχανων δηλώσεών της προτού ενημερωθεί καλά για το χαρτοφυλάκιό της, είναι υπερβολή να της επιτίθενται επειδή προ εξαετίας διερωτήθη δημοσίως ποιος είναι αυτός που στην Ελλάδα έχει την εξουσία να απονέμει το επίθετο «ιστορικός» στον πάσα ένα ώστε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να ονομάζονται ή να αυτοαποκαλούνται «ιστορικά πρόσωπα». Αδικο έχει;

Και, βεβαίως, πρέπει να είναι πολύ απελπισμένος κανείς για να συγκρίνει τους νεκρούς στο Μάτι με τους νεκρούς στη Χαλκιδική.

Στο Μάτι η κριτική έγινε γιατί ο πρωθυπουργός έδινε επικοινωνιακό σόου, ενώ ήξερε, όπως ομολόγησε στον Σκάι, ότι υπήρχαν νεκροί. Στο Μάτι έγινε κριτική επειδή δεν εκκενώθηκε ο οικισμός και επειδή δεν λειτούργησε η γραμμή κινητής τηλεφωνίας έγκαιρης προειδοποίησης με SMS.

Και στη Χαλκιδική ανακαλύψαμε χθες, πάλι έναν χρόνο μετά και ενώ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παρέδωσε την εξουσία μόλις προχθές, πως η Αριστερά αμέλησε να συνεννοηθεί με τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας για να ενεργοποιηθεί η γραμμή έκτακτης ανάγκης. Ούτε προχθές λειτούργησε. Ούτε το 112 δεν λειτουργεί κι ας είχαν κάνει αγωνιώδη ερώτηση στην Κομισιόν ευρωβουλευτές της Ν.Δ., όπως η Μαρία Σπυράκη.

Αν τα αθροίσεις όλα αυτά, διακρίνεις σε πρώτη ανάγνωση μια αντιπολίτευση σε απόγνωση.

Ή την απόγνωση που προκαλεί η αντιπολίτευση. Ωστόσο πίσω και από τις τρεις ιστορίες υπάρχει ένα κυρίαρχο συναίσθημα: η άρνηση.

Αυτό πρέπει να κρατήσουμε. Ιδού ο δεύτερος τρόπος ανάγνωσης της τακτικής της Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση απαιτούσε επιτακτικά τη συναίνεση από όλους τους άλλους -και κατά καιρούς την είχε, η Ν.Δ. ψήφισε ουκ ολίγα νομοσχέδια-, αλλά ο ίδιος ως αντιπολίτευση φαίνεται πως θα επιλέξει μία λέξη που ξέχασε στην εξουσία: Το... «Οχι». Δεν θα το παρακάνει στις κινητοποιήσεις και ας λένε διάφορα ο Γιώργος Τσίπρας και ο Νίκος Παππάς (εκτός αν η Ν.Δ. δώσει δικαιώματα), αλλά, από την άλλη, θα δώσει ρεσιτάλ κοινοβουλευτικού αρνητισμού.

Δεν θα συμπέσει με τον Μητσοτάκη σε τίποτα.

Αυτή είναι μια βασική παράμετρος υπολογισμού για την κεντροδεξιά διακυβέρνηση υπό την εξής έννοια: Πρέπει με τις πολιτικές της να απομονώσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία. Να του στερήσει την τροφή για την οποία του έχει ανοίξει η όρεξη.

Να του διαλύσει τα κοινωνικά μέτωπα προτού αυτά δημιουργηθούν.

Προς επίρρωσιν ότι αυτή θα είναι η νέα αντιπολιτευτική τακτική Τσίπρα, εισφέρω και το εξής γεγονός: Ρωτήθηκε ο πρώην πρωθυπουργός προσφάτως από συνομιλητές του γιατί επιτρέπει στη Ν.Δ. να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας με 151 ψήφους, ενώ, αν διατηρούνταν η πλειοψηφία των 180, θα είχε έναν μοχλό πίεσης προς την κυβέρνηση.

Απάντησε ότι το έκανε διότι κατανοεί πως δεν μπορεί να επαναλάβει ό,τι το 2015 και να προκαλέσει εκλογές χωρίς αυτή τη φορά να κατηγορηθεί πως δυναμιτίζει τη σταθερότητα. Η ιδέα ότι θα πιεζόταν να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας μαζί με τη Ν.Δ. του ήταν αφόρητη. Οπως λέγεται, «όταν το περίστροφο είναι στο τραπέζι, ο Τσίπρας θέλει να το χρησιμοποιεί.

Του είναι ξένο ως ιδέα να μην το χρησιμοποιεί και απλώς να απειλεί».

Από την προσέγγισή του αυτή για τον ανώτατο θεσμό, σε συνδυασμό με μια άλλη ομολογία του, ότι δεν θέλησε να συνεννοηθεί απευθείας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη για το Σκοπιανό για να μην αδειάσει τον κυβερνητικό του εταίρο, μπορεί κανείς να αντιληφθεί την ψυχοσύνθεσή του.

Ο πρώην πρωθυπουργός θα αναζητήσει ρεβάνς.

Χωρίς έντονο πεζοδρόμιο αλλά και χωρίς συναίνεση.