Τόση ανωτερότης πια από την παράταξη;

Και ο Μπολτ να είσαι στην ταχύτητα αντίληψης των πραγμάτων, σίγουρα χρειάζεσαι ένα καθαρό τρίμηνο για να δεις τι παρέλαβες

Από τον
Μανώλη Κοττάκη

Δεν διαφωνώ! Καλή η ιστορική εμπειρία στην πολιτική.

Αριστες η προσέγγιση και η ανάλυση της πολιτικής μέσα από δόγματα, αξιώματα και καθιερωμένους κανόνες.

Με μία διαφορά, όμως: τίποτε δεν είναι εγγεγραμμένο στις πλάκες του Μωυσέως. Η ζωή δεν είναι στατική. Ολα αλλάζουν. Τούτων δοθέντων, θεωρώ ιδιαίτερα επιπόλαιες τις θεωρίες των τελευταίων εικοσιτετραώρων -τις ακούω στα κανάλια- με βάση τις οποίες, πρώτον, δεν χρειάζεται περίοδο χάριτος η κυβέρνηση.

Θεωρώ ότι χρειάζεται.

Δεύτερον, ό,τι μεταρρυθμιστικό, δύσκολο και αντιδημοφιλές πρέπει να υλοποιηθεί μέσα στο πρώτο εξάμηνο, έως τον Δεκέμβριο, μετά θα υπάρξουν αντιστάσεις. Τρίτον, είναι αμφίβολης επιτυχίας πείραμα η συνύπαρξη κλασικών κοινοβουλευτικών με τεχνοκράτες, στο πλαίσιο λειτουργίας ενός συλλογικού σχήματος όπως μια κυβέρνηση. 

Αρχίζω με το πρώτο: Θεωρώ εντελώς επιπόλαιη και αφελή την ελιτίστικη αξιωματική προσέγγιση ορισμένων υπουργών ότι αυτή η κυβέρνηση δεν έχει ούτε μία ημέρα ανοχή και πως δεν ζητά περίοδο χάριτος. Επιπόλαιη διότι και ο Γιουσέιν Μπολτ να είσαι στην ταχύτητα αντίληψης των πραγμάτων, σίγουρα χρειάζεσαι ένα καθαρό τρίμηνο για να καταλάβεις τι παρέλαβες, από ποιους παρέλαβες και σε ποιο σημείο το παρέλαβες, ώστε να σχεδιάσεις πολιτική.

Αν μέσα στον οίστρο σου να δείξεις γρήγορο αποτέλεσμα πάρεις βιαστικές αποφάσεις, χωρίς δεδομένα, το πιθανότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να ζημιώσεις την εικόνα της κυβέρνησης. Τέτοιες προχειρότητες, όμως, απαγορεύονται.

Εκτός από επιπόλαιη, όμως, είναι και πολιτικά αφελής μια τέτοια προσέγγιση («κρίνομαι από την πρώτη ημέρα»), για έναν απλό λόγο: Δεν επιφύλαξε ο ελληνικός λαός την ίδια στάση απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ στην έναρξη της θητείας του, προ πενταετίας, για να του χαρίζουμε το πλεονέκτημα της αυστηρότητας έναντι της Ν.Δ. Η... παιδική χαρά της Κουμουνδούρου είχε τόσο μεγάλη περίοδο χάριτος το πρώτο οκτάμηνο του 2015, ώστε ο ελληνικός λαός -φύσει υπομονετικός- της επέτρεψε να αντικρίσει τον γκρεμό της δραχμής για να αναθεωρήσει τους δογματισμούς της και να «έρθει στα ίσια της». Τόσο επιεικής!

Φτάσαμε ένα βήμα πριν από την άβυσσο στο όνομα της περιόδου χάριτος προς την Αριστερά μέχρι να καταλάβει τι σημαίνει ευθύνη απέναντι σε έναν ολόκληρο λαό κατά τη διακυβέρνηση.

Προς τι η γενναιοδωρία, λοιπόν, πως εμείς οι «έμπειροι» της κεντροδεξιάς παρατάξεως απεμπολούμε αποκρούουμε, δεν έχουμε καν ανάγκη την περίοδο χάριτος; Ειλικρινώς, δεν καταλαβαίνω γιατί στο όνομα του επείγοντος υπουργοί αυτής της κυβέρνησης είναι τόσο «large» ώστε να μη δίνουν στον εαυτό τους τον χρόνο να καταλάβει πού ακριβώς πατά και τι παραλαμβάνει! Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη ένστασή μου στη θεωρία της μηδενικής ανοχής απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Ενας λόγος παραπάνω είναι ότι η εκχώρηση του προνομίου της ανοχής δίνει το δικαίωμα στην αντιπολίτευση να αρχίσει να σφυροκοπά υπουργούς και αξιωματούχους προτού αυτοί καλά καλά προλάβουν να καθίσουν στις καρέκλες τους. Τόση ανωτερότης πια;

Ο αυτός βαθμός επιφύλαξης ισχύει και για το δεύτερο αξίωμα, πως οι πλέον κρίσιμες μεταρρυθμίσεις πρέπει να ολοκληρωθούν στο πρώτο εξάμηνο του 2019, όταν το πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης βρίσκεται στο ζενίθ του και οι κοινωνικές αντιστάσεις είναι ελάχιστες, αμελητέες.

Αν και, καταρχήν, αυτή η θεωρία έχει λογική βάση, εντούτοις προσωπικά δεν πιστεύω στις κυβερνήσεις που συλλαμβάνουν τις κοινωνίες στον ύπνο και ψηφίζουν - εφαρμόζουν αντιδημοφιλείς μεταρρυθμίσεις.

Ούτε πιστεύω στις κοινωνίες που τάχα ξυπνάνε αίφνης από τον μετεκλογικό λήθαργο και μετά εμποδίζουν πρωθυπουργούς να κάνουν μεταρρυθμίσεις. Αν μια κυβέρνηση και ένας πρωθυπουργός έχουν ισχυρό πολιτικό κεφάλαιο, αυτό δεν είναι μιας χρήσης και δεν εξαερώνεται. Διαρκεί. Μεταρρυθμίσεις μια ισχυρή κυβέρνηση με ρίζες στον λαό μπορεί να κάνει και το πρώτο εξάμηνο της θητείας της και το δεύτερο και το τρίτο και το έκτο και πέμπτο, όποτε εκείνη θέλει,

Ο Κώστας Καραμανλής επέδειξε μεταρρυθμιστική ολιγωρία στο απόγειο της ισχύος του, την πρώτη τετραετία διακυβέρνησης, με πλειοψηφία 165 εδρών, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να ιδιωτικοποιήσει τον ΟΤΕ, την Ολυμπιακή και τα λιμάνια με πλειοψηφία 152 εδρών κατά τη δεύτερη θητεία του. 

Τέλος, οι τεχνοκράτες. Δεν απορρίπτω τη σκέψη πως οι τεχνοκράτες είναι πιθανόν να συγκρουστούν με τους πολιτικούς τους προϊσταμένους στα υπουργεία. Συνέβη και στη περίπτωση Παππά - Κριμιζή της NASA.

Το μείζον όμως για τους κορυφαίους τεχνοκράτες της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι να κατανοήσουν την ελληνική πραγματικότητα και να τη νικήσουν.

Το μείζον είναι να νικήσουν τη γραφειοκρατία και να μη νικηθούν από αυτήν, να μην τους καταπιεί.

Το μείζον για τα άριστα βιογραφικά του υπουργικού συμβουλίου Μητσοτάκη είναι να έχουν συναισθηματική νοημοσύνη όταν θα ασκούν διοίκηση.

Το μείζον είναι να συμβιβαστούν αρχικώς με την ιδέα ότι μια εντολή υφυπουργού στον δημόσιο τομέα δεν εκτελείται με την ταχύτητα της εντολής μάνατζερ στον ιδιωτικό τομέα.

Εάν σε όλα τα παραπάνω συντρέξουν ικανή περίοδος χάριτος για την κατανόηση των προβλημάτων, ισχυρή μεταρρυθμιστική θέληση κατά τη διάρκεια της τετραετίας, προσαρμογή τεχνοκρατών στην ελληνική πραγματικότητα, τότε πιθανολογώ βασίμως πως αυτή η κυβέρνηση θα πάει καλά στη θητεία της.

Εάν όχι, δεν θέλω να το σκέφτομαι.