Και ξαφνικά «unfair« αλλαγές στην Επιτροπή Ανταγωνισμού

Η φωτογραφική αποπομπή της Θάνου και οι 2+1 επίμαχες υποθέσεις για τις οποίες αναζητείται ο «ηθικός αυτουργός»

Από τη

Μαρία Παναγιώτου

Το θέμα «τακτοποιήθηκε» από τα μέσα επικοινωνίας περίπου ως μία αναμενόμενη κομματική διευθέτηση.

Η Βασιλική Θάνου, πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου και άμισθη προϊσταμένη του Νομικού Γραφείου της Γενικής Γραμματείας του Αλέξη Τσίπρα την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και νυν πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού, «ξηλώθηκε» σε μία κίνηση «αποκομματικοποίησης της επιτροπής», όπως τη χαρακτήρισαν πολλές εφημερίδες.

Πώς; Στο διυπουργικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή την περασμένη Παρασκευή μέσω διάταξης θεσπίζεται ασυμβίβαστο για όσους κατείχαν θέσεις σε γραφεία πρωθυπουργού ή υπουργών και μάλιστα με αναδρομική ισχύ.

Η συγκεκριμένη απαγόρευση ισχύει για πέντε χρόνια από την προηγούμενη θητεία του υπηρετούντος κι έχει άμεση ισχύ και για τα εν ενεργεία πρόσωπα. Μοιάζει, εν ολίγοις, σαν να γράφτηκε ειδικά για την κυρία Θάνου.

«Κανονικά»

Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι τόσο απλά όταν μιλάμε για την επικεφαλής της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Πρόκειται εξάλλου για την ανεξάρτητη διοικητική Αρχή της χώρας, η οποία κανονικά πρέπει να προστατεύεται, καθώς στόχος της είναι η διαφύλαξη των αρχών του ανταγωνισμού, η μη τήρηση των οποίων μπορεί να μεταφραστεί σε απώλεια θέσεων εργασίας και σε δραματική επιβάρυνση στην τσέπη του Ελληνα καταναλωτή.

Σε ό,τι αφορά το θεσμικό σκέλος, πρόκειται δυστυχώς για ατόπημα από την πλευρά της κυβέρνησης, το οποίο μάλιστα δεν έχει προηγούμενο. Τόσο στο εθνικό όσο και στο ενωσιακό δίκαιο δεν επιτρέπεται η αναδρομική ισχύ στο προβλεπόμενο ασυμβίβαστο, για προφανείς λόγους.

Εάν ήταν έτσι, κάθε κυβέρνηση, όταν θα ήθελε να αλλάξει πρόσωπα που υπηρετούν σε θεσμικές θέσεις κατά το δοκούν, θα μπορούσε να σκιαγραφήσει το ασυμβίβαστο βάσει της προηγούμενης επαγγελματικής δράσης τους.

Επίσης, στην εθνική μας νομοθεσία απαγορεύονται ρητώς οι φωτογραφικές διατάξεις -η συγκεκριμένη προβάλλεται σχεδόν απροκάλυπτα ως φωτογραφική-, ενώ ως απαραίτητη προϋπόθεση για την παύση προσώπων προβλέπεται ο προσδιορισμός των λόγων ώστε να θωρακίζονται αυτά τα πρόσωπα έναντι των εξωτερικών παραγόντων.

Εκτός όμως από το θεσμικό κομμάτι, θα πρέπει κανείς να μελετήσει προσεκτικά τη δράση της Επιτροπής Ανταγωνισμού από τότε που ανέλαβε επικεφαλής η κυρία Θάνου για να διαπιστώσει εάν υπάρχουν πράγματι εξωτερικοί παράγοντες που θα μπορούσαν να επιθυμούν την απομάκρυνσή της.

Οσοι γνωρίζουν τα θέματα ανταγωνισμού υποστηρίζουν ότι στη διάρκεια της έως τώρα θητείας της κυρίας Θάνου η επιτροπή «βγήκε επιτέλους από την αδράνεια».

Κι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μέσα σε μικρό διάστημα αποφασίστηκε η επιβολή ασφαλιστικών μέτρων σε δύο περιπτώσεις, ενώ δρομολογήθηκε η γνωμοδότηση σε σειρά άλλων υποθέσεων.

Η πρώτη περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων αφορά το πρακτορείο διανομής Τύπου Αργος (ευρύτερων συμφερόντων του επιχειρηματία Βαγγέλη Μαρινάκη) που διατηρεί το μονοπώλιο στον κλάδο.

Η παρέμβαση της επιτροπής κρίθηκε -καταρχάς- αναγκαία όταν το πρακτορείο προσπάθησε μονομερώς να επιβάλει νέα εμπορική πολιτική στις εκδοτικές επιχειρήσεις, γεγονός που απειλούσε πολλές από αυτές με λουκέτο.

Αναγκαία τα μέτρα

Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων κρίθηκε αναγκαία τον περασμένο Ιούνιο, ενώ παράλληλα ορίστηκαν εμπειρογνώμονες για να μελετήσουν την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση ή και τη βιωσιμότητα της Αργος, οι οποίοι θα παρέδιδαν την έκθεσή τους σε μία εβδομάδα.

Η γνωμοδότηση αναμενόταν από την επιτροπή στις αρχές Σεπτεμβρίου.

Η δεύτερη, επίσης εξαιρετικά σημαντική, περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων αφορά την Ελμίν Βωξίτες Α.Ε., που ανήκει στον πολυεθνικό κολοσσό Imerys Group και δραστηριοποιείται στην αγορά παραγωγής και εμπορίας βωξίτη.

Αποφασίστηκε έπειτα από αίτημα της εταιρίας Μυτιληναίος Α.Ε. - Ομιλος Επιχειρήσεων, όταν παρατηρήθηκε αιφνίδια και σημαντική μείωση της προμήθειας της Ελμίν προς τη Μυτιληναίος.

Η μείωση αυτή εκτιμήθηκε πως επιφέρει «περιορισμό στη διάθεση και στον εφοδιασμό της αγοράς με προϊόντα βωξίτη» και συνεπάγεται πιθανή έξοδο προμηθευτών από την αγορά με τέτοιον τρόπο ώστε να πλήττεται ο ανταγωνισμός και φυσικά η τσέπη του καταναλωτή.

Επομένως, ήταν αναγκαίο να ληφθούν μέτρα.

Σε περίπτωση, μάλιστα, μη συμμόρφωσης η Ελμίν θα έπρεπε να καταβάλει το ποσό των 8.000 ευρώ ημερησίως. Η συγκεκριμένη απόφαση πάρθηκε τέσσερις μέρες πριν από τη φωτογραφική διάταξη που απομακρύνει την κυρία Θάνου από τη θέση της, ενώ η απόφαση επί της κύριας υπόθεσης αναμενόταν αρχές Σεπτεμβρίου.

Υπάρχει και ακόμη μία γνωμοδότηση που αναμενόταν τον επόμενο μήνα και ίσως παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αφορά την πολύκροτη υπόθεση με το «καρτέλ των κατασκευαστικών».

Το πόρισμα που είχε εκδοθεί για την υπόθεση αυτή, όταν ακόμη πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού ήταν ο Δημήτρης Κυριτσάκης, είχε χαρακτηριστεί από πολλά μέσα σκανδαλώδες.

Δημοσιεύματα μέχρι και πριν από λίγους μήνες ανέφεραν ότι οι ελληνικές εταιρίες που αποτελούσαν μέρος αυτού του καρτέλ συμμετείχαν στη λεγόμενη «Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών», ενώ αντίθετα προσφέρθηκε μία ιδιότυπη ασυλία σε κατασκευαστικούς κολοσσούς του εξωτερικού, όπως οι Siemens, Hochtief, Vinci και Alstom!

Τα δημοσιεύματα ζητούσαν, μάλιστα, από την κυρία Θάνου να παρέμβει και να εξετάσει τους φακέλους και των ξένων εταιριών.

Το θέμα πάνω στο οποίο αναμενόταν να γνωμοδοτήσει η επιτροπή τον Σεπτέμβριο ήταν ο αποκλεισμός ή μη από τα δημόσια έργα των εταιριών που είχαν αποδεχτεί τη διαδικασία διευθέτησης και οι οποίες, όπως είπαμε, ήταν ελληνικές.

Να τονίσουμε εδώ ότι βάσει της νομοθεσίας οι εταιρίες οι οποίες μετέχουν σε αυτή τη διαδικασία έχουν στη συνέχεια τη δυνατότητα να πάρουν μέρος σε προκηρύξεις διαγωνισμών δημόσιων έργων.

Επομένως, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα η γνωμοδότηση της επιτροπής να ήταν προς την κατεύθυνση του μη αποκλεισμού των ελληνικών εταιριών. Αν τα πράγματα εξελίσσονταν έτσι, φανταζόμαστε πως οι ευρωπαϊκοί κολοσσοί λογικά δεν θα έμεναν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι.

Και κάπου εδώ ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος αρχίζει να αναρωτιέται ποιες υποθέσεις θα καθυστερήσουν, επειδή θα πρέπει να επανεξεταστούν. Ενας καχύποπτος, πάλι, ψάχνει να βρει ποια συμφέροντα εξυπηρετεί αυτή η απομάκρυνση.