«Βλέπουν» το Αλτσχάιμερ 20 χρόνια πριν

Εξέταση αίματος μπορεί να προβλέψει τη νόσο με ακρίβεια 94% δύο δεκαετίες πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα

Νέα εξέταση αίματος που δημιούργησαν ερευνητές του Washington University St Louis στις ΗΠΑ μπορεί να προβλέψει τη νόσο Αλτσχάιμερ με ακρίβεια 94% ακόμη και 20 χρόνια προτού εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.

Η εξέταση, σύμφωνα με την έρευνα που δημοσίευσαν στο επιστημονικό περιοδικό «Neurology», βασίζεται στον εντοπισμό πρωτεϊνών, οι οποίες, όταν συσσωρεύονται στον εγκέφαλο, προκαλούν την εμφάνιση Αλτσχάιμερ.

Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τη δρα Suzanne Schindler εξήγησε τη σημασία της επιτυχίας της λέγοντας ότι δεν υπάρχει θεραπεία για το Αλτσχάιμερ και όλη η προσπάθεια των γιατρών επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του, όπως η απώλεια μνήμης.

Ως εκ τούτου, όσο νωρίτερα γίνεται η διάγνωση τόσο πιο επιτυχημένη θα είναι η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η διάγνωση 20 χρόνια νωρίτερα από ό,τι συμβαίνει στις ημέρες μας θα προσθέσει αρκετά χρόνια ποιοτικής ζωής στους ασθενείς.

Η εξέταση αίματος δοκιμάστηκε σε 158 εθελοντές άνω των 50 ετών, οι οποίοι δεν εμφάνιζαν κανένα γνωστικό πρόβλημα, όπως είναι η απώλεια μνήμης. Από μόνη της η εξέταση εντόπιζε στο αίμα τις επικίνδυνες πρωτεΐνες για το Αλτσχάιμερ προβλέποντας την εμφάνιση της νόσου με ακρίβεια 88% 20 χρόνια πριν από τα πρώτα συμπτώματα.

Οταν όμως οι ερευνητές συνδύασαν την εξέταση αίματος με κοινά γενετικά τεστ που αναδεικνύουν τα άτομα με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης Αλτσχάιμερ, η ακρίβεια της διάγνωσης ανήλθε σε 94%.

Η επιτυχία της εξέτασης έγινε ακόμη μεγαλύτερη καθώς διαπιστώθηκε ότι ακόμη και όταν τα γενετικά τεστ έδειχναν ότι τα αποτελέσματα της εξέτασης αίματος ήταν λανθασμένα, στο τέλος δικαιωνόταν η αιματολογική εξέταση.

Ειδικότερα, σε κάποιους από τους εθελοντές η εξέταση αίματος έδειξε ότι θα εμφανίσουν Αλτσχάιμερ, αλλά τα γενετικά τεστ έδειξαν ότι δεν έφεραν κανέναν παράγοντα κινδύνου.

Αυτό, σύμφωνα με τα γενετικά τεστ, θα σήμαινε ότι η εξέταση του αίματος είχε κάνει λάθος. Ωστόσο τέσσερα χρόνια αργότερα διαπιστώθηκε ότι οι συγκεκριμένοι εθελοντές εκδήλωσαν τη νόσο.