Θησαυροί σε πέντε ναυάγια

Σημαντικές αρχαιότητες ανασύρονται από τον βυθό της νήσου Λέβιθα, μεταξύ Κυκλάδων και Δωδεκανήσων

Πέντε ναυάγια με σημαντικά ευρήματα εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της ενάλιας αρχαιολογικής έρευνας της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων στη νήσο Λέβιθα.

Η εν λόγω νήσος αποτελεί το ανατολικότερο μίας συστάδας τεσσάρων απομονωμένων νησιών (Λέβιθα, Μαυριά, Γλάρος και Κίναρος) στο θαλάσσιο πέρασμα από τις Κυκλάδες στα Δωδεκάνησα, μεταξύ Λέρου και Αμοργού.

Σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού, στα πλέον αξιόλογα ευρήματα περιλαμβάνεται ένα ναυάγιο με μεικτό φορτίο αμφορέων από το Αιγαίο (Κνίδος, Κως και Ρόδος), τη Φοινίκη και την Καρχηδόνα, που χρονολογείται λίγο πριν από τα μέσα του 3ου αι. π.Χ.

Επιπλέον, ένα ναυάγιο με φορτίο αμφορέων από την Κνίδο, το οποίο χρονολογείται την ίδια περίοδο, και ακόμη τρία ναυάγια με φορτία Κώων ή ψευδο-Κώων αμφορέων.

Συγκεκριμένα, ένα ναυάγιο με φορτίο αμφορέων από το βόρειο Αιγαίο του 1ου αι. π.Χ., ένα ναυάγιο με φορτίο ροδιακών αμφορέων του 1ου αι. μ.Χ. και ένα ναυάγιο με αμφορείς που χρονολογούνται στην παλαιοχριστιανική περίοδο.

Επίσης, το ΥΠΠΟ σημειώνει ότι ένα από τα ανελκυσθέντα ευρήματα που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ένας γρανιτένιος στύπος άγκυρας, βάρους 400 κιλών, που ανελκύστηκε από βάθος 45 μέτρων.

Χρονολογείται πιθανότατα στον 6ο αι. π.Χ. και είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος λίθινος στύπος της αρχαϊκής περιόδου που έχει εντοπιστεί έως σήμερα στο Αιγαίο. Χρησιμοποιούνταν σε πλοίο κολοσσιαίων, για την εποχή του, διαστάσεων.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ 15 και 29 Ιουνίου, υπό τη διεύθυνση του αρχαιολόγου δρος Γεωργίου Κουτσουφλάκη, και συντελείται σε τριετή χρονικό ορίζοντα (2019-2021).

Η φετινή έρευνα

Κατά την ερευνητική περίοδο του 2019 η έρευνα περιορίστηκε κυρίως στις νότιες και τις δυτικές ακτές της νήσου, όπου εντοπίστηκαν ευρήματα από οκτώ συνολικώς ναυάγια, τα οποία χρονολογούνται κυρίως στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.

Οι πληροφορίες που συνελέγησαν από ναυάγια τα οποία υπέδειξαν στην Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων οι αλιείς και οι σπογγαλιείς που επιχειρούν στην περιοχή κρίθηκαν καίριας σημασίας για την έκβαση της έρευνας, η οποία χρηματοδοτήθηκε από το ΥΠΠΟ και τη Βρετανική Ακαδημία Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, υποστηρίχτηκε υλικοτεχνικά από τους κατοίκους της Πάτμου Αλέξανδρο Schwarzenberg, Μιχάλη Βαγενά, Διονύσιο Κλεούδη, Θεολόγο Γιάνναρο, καθώς και την οικογένεια του Δημητρίου Καμπόσου.