«Σκάρτος» ύπνος με υπνωτικά χάπια

Ξεγελούν όσους υποφέρουν από αϋπνία, προσφέροντας ανάπαυση κακής ποιότητας, λέει ψυχολόγος και δίνει τρεις συμβουλές

Από τη
Ρίτα Μελά

Ηαϋπνία είναι ίσως το πιο συχνό και βασανιστικό πρόβλημα των ανθρώπων. Υπολογίζεται ότι το 30% του γενικού πληθυσμού έχει αϋπνία και το 10% έχει συμπτώματα στη διάρκεια της ημέρας.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που αρκετοί καταφεύγουν στα υπνωτικά χάπια προκειμένου να μπορέσουν να κοιμηθούν πέντε έως έξι ώρες χωρίς διακοπή, ώστε την επόμενη μέρα να μη νιώθουν εξουθενωμένοι, δύσθυμοι και νευρικοί.

Ωστόσο είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι αρκετοί άνθρωποι καταναλώνουν υπνωτικά χάπια χωρίς την επιτήρηση γιατρού.

Είναι η κατηγορία των ανθρώπων που βλέπει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, αλλά χωρίς κανένα μακροπρόθεσμο όφελος, όπως αναφέρει ο διευθυντής της Ψυχικής Φροντίδας Γιώργος Παπαγεωργίου, Bsc (Psychology) University of London, MSc, μέλος της Διεθνούς Ενωσης Σχεσιακής Ψυχανάλυσης - ΗΠΑ.

«Εχει βρεθεί ότι τα υπνωτικά χάπια προάγουν μεν τον ύπνο αλλά μειώνουν τον χρόνο της περιόδου του ύπνου που παράγει όνειρα. Αρα, μέσω της συγκεκριμένης δράσης τους τα υπνωτικά στερούν τον βαθύ ύπνο και συνεπώς παράγουν ύπνο χειρότερης ποιότητας.

Οπότε, ναι μεν αυξάνουν τον χρόνο του ύπνου, αλλά όταν η ποιότητα του ύπνου είναι φτωχή η ψυχική ανακούφιση του καλού ύπνου δεν επιτυγχάνεται. Ισως έτσι εξηγείται και το φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί σε ανθρώπους που κάνουν χρήση υπνωτικών, να είναι περισσότερο ευερέθιστοι κατά τη διάρκεια της ημέρας».

Σύμφωνα με τον κ. Παπαγεωργίου υπάρχουν κάποια μυστικά για να καταπολεμήσουμε τις αϋπνίες, όπως τα ακόλουθα:

• Να κοιμάστε την ώρα που νυστάζετε πολύ και όχι νωρίτερα, κάποια οργανωμένη ώρα. Τον ύπνο που λείπει θα τον αναπληρώσει το ίδιο το σώμα ζητώντας ύπνο τις επόμενες νύχτες.

• Μην αγχώνεστε για τυπικά οκτάωρα ύπνου. Αυτά για πολλούς ανθρώπους δεν είναι πραγματικά απαραίτητα.

• Οσοι πραγματικά βασανίζονται διαρκώς από νύχτες αϋπνίας καλό είναι να γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο μπορεί να υποδηλώνει βαριές αγχώδεις διαταραχές. Αυτές έχουν βαθιές «ρίζες» και χρειάζεται να πάτε σε ειδικό. Δεν «περνούν» από μόνες τους, συμβουλεύει ο διευθυντής της ψυχικής φροντίδας.