Σύμμαχος στα... πλεονάσματα;

Στο Παρίσι η πρώτη μάχη του Κυριάκου για χαλάρωση των όρων του Μνημονίου

Στην επιβεβαίωση του γνωστού και διαχρονικού συνθήματος «Ελλάς, Γαλλία, συμμαχία» προσδοκά ο Κυριάκος Μητσοτάκης ελπίζοντας στη στήριξη του Εμανουέλ Μακρόν, τον οποίο θα συναντήσει την Πέμπτη στο Παρίσι.

Θα είναι ο πρώτος σταθμός των ταξιδιών του πρωθυπουργού σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σε μια προσπάθεια ανάκτησης της αξιοπιστίας της οικονομίας και σε δεύτερο χρόνο μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων με τα οποία έχει δεσμευτεί η χώρα μας. 

Η γαλλική προεδρία, σε ανακοίνωσή της, προανήγγειλε την επίσκεψη Μητσοτάκη στα Ηλύσια Πεδία. «Η Γαλλία βρισκόταν πάντα στο πλευρό της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της κρίσης, όπως και στο εξής για να συνοδεύσει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις...

Είναι σημαντική για την Ευρωπαϊκή Ενωση και την περιοχή η ενίσχυση αυτής της πολιτικής, οικονομικής και στρατηγική σύμπραξης» σημειώνεται στη σχετική ανακοίνωση, η οποία κάνει γνωστό ότι οι δύο ηγέτες «θα συζητήσουν το σύνολο των ευρωπαϊκών και διμερών θεμάτων, καθώς και εκείνων που σχετίζονται με την ανατολική Μεσόγειο».

Προσθέτει δε ότι η επίσκεψη του κ. Μητσοτάκη «θα είναι η πρώτη διμερής επίσκεψη... μετά την κατά παράδοσιν επίσκεψη (του Ελληνα πρωθυπουργού) στην Κύπρο».

Οι στοχευμένες επισκέψεις πάντως του πρωθυπουργού στο εξωτερικό (μετά το Παρίσι θα ακολουθήσουν το Βερολίνο και η Χάγη) πραγματοποιούνται σε μια δύσκολη συγκυρία για την Ευρώπη (Brexit, κίνδυνος ύφεσης των οικονομιών κυρίως σε Ιταλία και Γαλλία κ.ά.), την ώρα που και η στάση των θεσμών απέναντι στη νέα ελληνική κυβέρνηση δεν δείχνει να έχει χαλαρώσει στο ελάχιστο.

Ο κ. Μητσοτάκης αναμένεται να χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα στους ξένους συνομιλητές του τη θετική πορεία της οικονομίας και την εμπιστοσύνη που έχουν αρχίσει να δείχνουν στην Ελλάδα οι αγορές με τα χαμηλά επιτόκια των ομολογιακών τίτλων.

Η βελτίωση του κόστους δανεισμού της χώρας μας στις αγορές, εκτιμά το Μέγαρο Μαξίμου, επηρεάζει θετικά την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους και κατά συνέπεια δικαιολογεί τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων.