Ξενόπουλος και Μπρεχτ

Σήμερα θα μιλήσουμε για θέατρο και συγγραφείς γενικότερα. «Μα είσαι ειδικός;» θα ρωτήσετε; Και βέβαια όχι, αλλά δεν θα μιλήσω σαν ειδικός, αλλά σαν θεατής. 

Kαι δίνω αμέσως τον λόγο, σ’ έναν πολύ πολύ ειδικό. Τον Γρηγόριο Ξενόπουλο: «…Εγώ γράφω διηγήματα για τον κόσμο και θέλω να τα χαίρεται ο κόσμος. Ο κόσμος με νοιώθει, ο κόσμος με διαβάζει, ο κόσμος με αγοράζει, Μου αρέσει κάθε μου γραφτό, να είναι στη μορφή του τόσο απλό, ώστε με την ίδια σχεδόν άνεση να μπορεί να το διαβάζει κι’ ένας μαθητής του Γυμνασίου και  ο κύριος Παλαμάς. Δεν αγαπώ τα σύννεφα και τα σκοτάδια. Με τραβά περισσότερο η ξαστεριά, το φως. Εσπούδασα μαθηματικά στα νιάτα μου κι΄ εσυνήθισα να λέγω τα πράγματα απλά, καθαρά και ξάστερα». Και βέβαια υπογραφή: «Γρηγόριος Ξενόπουλος».

Ο Ξενόπουλος ήταν ο πρώτος λογοτέχνης που διάβασα και με αιχμαλώτισε αυτό ακριβώς που λέει. Το απλό ύφος του, η στρωτή υπόθεση των έργων του με αρχή, μέση και τέλος. Είναι ο συγγραφέας που όλα τα έργα του αποπνέουν Ελλάδα, αφού διαδραματίζονται, είτε στην ιδιαιτέρα πατρίδα του την Ζάκυνθο, είτε στην Αθήνα.

Δηλαδή είναι ένας συγγραφέας, που Έλληνας ων ο ίδιος, απευθύνεται στους Έλληνες.

Όμως οι Έλληνες δεν τον πολυκαταδέχονται. Αν βρεθείς σε κάποια  συναναστροφή και μάλιστα τυχαίνει να είναι και ολίγον κουλτουρέ, τότε θα διαπράξεις αμάρτημα καθοσιώσεως,  αν πεις ότι σου αρέσει ο Ξενόπουλος, για να μη πούμε ο Τσιφόρος ή ο Ψαθάς ή ο Σακελλάριος. 

Δεν βλέπετε τα καλοκαιρινά φεστιβάλ που γίνονται σε βουνά και σε ραχούλες; Ο βομβαρδισμός με επιλεγμένους κομμουνιστές  λογοτέχνες, είναι συνεχής. 

Για να δούμε ποιοι και – κυρίως – γιατί μονοπωλούν το ενδιαφέρον των ανά την Ελλάδα πανηγυρτζήδων: 

Μπέρτολντ Μπρεχτ: Γερμανός με μητέρα προτεστάντισσα και πατέρα Ρωμαιοκαθολικό. Μετά τον Β΄ ΠΠ εγκαταστάθηκε στην Ανατολική Γερμανία και το 1954 πήρε το Βραβείο Λένιν, ενώ το έργο του «Εγκώμιο στον κομμουνισμό», του δίνει το διαβατήριο για την παγκόσμια αναγνώριση. Είπα κι΄ εγώ! Τόσο σπουδαίος είναι πια;

Πάολο Κοέλιο: Βραζιλιάνος και ολίγον (ολίγον όμως) αντιστασιακός κατά της βραζιλιάνικης δικτατορίας το 1974. Κάτι σαν τα 9 εκατομμύρια Έλληνες αντιστασιακούς κατά της… χούντας.

Μίλαν Κούντερα: Τσέχος. Και αυτός μπαινόβγαινε στο Κομμουνιστικό κόμμα. Είχαν φαίνεται κι’ εκεί τις καθαιρέσεις και τις αποκαταστάσεις, όπως οι δικοί μας τον Ζαχαριάδη…. 

Πάμπλο Νερούντα: Γράφει η ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια: «Το 1949 επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν για τον εορτασμό των 100 χρόνων από τη γέννηση του σπουδαίου λογοτέχνη και ποιητή Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν. Εκεί γνώρισε τον επίσης κομμουνιστή ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, στον οποίο διηγήθηκε τα δεινά του λαού του». Μόνο την Παπαρήγα δεν συνάντησε…

Τώρα μετά από αυτά, πού πάμε εμείς οι οπισθοδρομικοί με τον Ξενόπουλο, τον Μ. Καραγάτση, τον Σπύρο Μελά (κόκκινο ή μάλλον μαύρο πανί για το απανταχού κομμουνισταριό) και τον… φασίστα τον Μυριβήλη; 

Ακόμη και μέσα στο μετρό, δεν διαφημίζονται παρά περίεργες θεατρικές παραστάσεις ανθρώπων που κοπανιόνται, δήθεν χορεύοντας, χωρίς να μιλάνε. Και μετά λέμε ότι το θέατρο περνάει κρίση, όταν τα πάνω από 70 θέατρα στην Αθήνα, ανεβάζουν στο σύνολό τους παραστάσεις τόσο δύσπεπτες σαν το στιφάδο το βράδυ, των Στάϊμπεκ, Τσέχωφ, Άλμπυ, Χίγκινς κ.λπ. Και το σπουδαιότερο, σε πολλές από αυτές τις παραστάσεις πρωταγωνιστεί ένας, άντε το πολύ, δύο άνθρωποι. Πού εκείνες οι παραστάσεις του «Ακροπόλ», του «Περοκέ», του «Βέμπο» με τους δεκάδες ηθοποιούς και μουσικούς. Υπάρχουν βέβαια πάντα και οι τιμητικές εξαιρέσεις.

Αλήθεια αυτά τι περιμένουν; Ας το ψάξουμε. 

Η Αθήνα και η ευρύτερη περιοχή της, έχει πληθυσμό περί τα 5 εκατομμύρια. Εξ’ αυτών 1 εκατομ. είναι οι επενδυτές και οι επιβήτορες που λύνουν το δημογραφικό μας και που πολύ λίγη σχέση έχουν με τον πολιτισμό (εξαιρείται η Ασούρα). 2 εκατομ. είναι οι άνεργοι, οι άστεγοι και γενικώς οι μη έχοντες πού την κεφαλήν κλίναι και σκέφτονται: «Ρε δεν μας παρατάνε με τα θέατρά τους; Εδώ δεν έχει πέτρα να διαβώ, σοκάκι να περάσω». 500 χιλιάδες ηλικιωμένοι, που να τους τραβάς με γερανό  δεν το κουνάνε από το χαζοκούτι, βλέποντας με φανατισμό τα «τούρκικα». Να παρακαλάνε μόνο μη δούνε ξαφνικά κάναν  τούρκο live στο σαλόνι τους. 1 εκατομ. νεαροί που μπερδεύουνε τον Παύλο Μελά με τον Ζαφείρη Μελά. Και τι μένουν; Σκάρτες 500 ψωροχιλιάδες. Απ’ αυτούς βγάλτε αυτούς, που πετάγονται μέχρι την Ζυρίχη για να πιούνε ένα καφέ, τους 300 βουλευτές με του περί τους χίλιους παρατρεχάμενους, που δεν ασχολούνται με τα πολιτισμικά, αυτούς που προτιμάνε τον Χ νταλκαδιάρη τραγουδιστή από τον Μπρεχτ, τι μένει ρε παιδιά; Άντε κάνα εικοσάρι χιλιάδες. Δηλαδή σε κάθε θέατρο, ασχέτως του τι σαχλαμάρα παίζει, αντιστοιχούν περί τους 285 θεατές τη σαιζόν. 

Κοινώς καλά κρασιά και χαιρετίσματα στους δικούς μας.

μένει ρε παιδιά; Άντε κάνα εικοσάρι χιλιάδες. Δηλαδή σε κάθε θέατρο, ασχέτως του τι σαχλαμάρα παίζει, αντιστοιχούν περί τους 285 θεατές τη σαιζόν.

 Κοινώς καλά κρασιά και χαιρετίσματα στους δικούς μας.