Η συναυλία των Rolling Stones το 1967

Ηταν τόσος ο ενθουσιασμός μας, που μεταδόθηκε και στον Μικ Τζάγκερ, ο οποίος κατέβηκε από τη σκηνή και άρχισε να πετάει κόκκινα γαρίφαλα

Από τον
Δημήτρη Καπράνο

Μας φαινόταν ψέματα, αλλά ήταν αλήθεια! Οι Rolling Stones έρχονταν στην Ελλάδα! Ο δαιμόνιος Νίκος Μαστοράκης, ο οποίος τότε είχε διασυνδέσεις τις οποίες δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί, είχε κατορθώσει να κλείσει το μεγαλύτερο, μετά τους Beatles, συγκρότημα του κόσμου για μια συναυλία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού!
Ναι, ήταν αλήθεια! Ο Μικ Τζάγκερ, ο Μπράιαν Τζόουνς, ο Μπιλ Γουάιμαν, ο Κιθ Ρίτσαρντς και ο Τσάρλι Γουάτς θα έπαιζαν για τη νεολαία της Αθήνας!

Τα τραγούδια των Rolling Stones ήταν από τα δημοφιλέστερα και αγαπητά στη χώρα μας. Η μεγαλύτερη επιτυχία τους ήταν το «Satisfaction», το πρώτο κομμάτι με παραμόρφωση στην κιθάρα.

Επιτυχίες ήταν επίσης το «Paint it black», το «19th nervous breakdown», το «Lady Jane» και το «Let’s spend the night together». Και μόνο με την ιδέα ότι θα βλέπαμε τα ακούρευτα ινδάλματά μας να παίζουν αυτά τα τραγούδια, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε.

Η συναυλία ορίστηκε για τις 17 Απριλίου 1967. Ηταν μια εποχή που σχεδόν όλοι οι μεγάλοι περίμεναν ότι θα γίνει πραξικόπημα.

Στο σπίτι μας, το οποίο ήταν φωλιά της Ενώσεως Κέντρου, καθώς ο πατέρας μας ήταν στέλεχος του κόμματος στον Πειραιά, η λέξη «πραξικόπημα» ακουγόταν συχνά. Η μάνα μου, μάλιστα, έλεγε τη λέξη «κίνημα» και ο πατέρας μου τη διόρθωνε λέγοντας ότι, αν γίνει, θα είναι «βασιλικό πραξικόπημα».



Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, το ξύλο στις διαδηλώσεις, στις οποίες μετείχαν χιλιάδες κόσμου, ήταν καθημερινή πρακτική και οι συλλήψεις αναρχικών στοιχείων, τα οποία ήταν συνήθως αριστεροί οικοδόμοι, έδιναν και έπαιρναν.

Σε αυτή την ατμόσφαιρα λοιπόν, που μύριζε μπαρούτι, αποφασίστηκε η διοργάνωση μιας τόσο μεγάλης συναυλίας.

Ούτε θυμάμαι πώς βρήκαμε και αγοράσαμε τα εισιτήρια. Ημασταν μια μεγάλη παρέα από το σχολείο (πηγαίναμε τότε πέμπτη γυμνασίου), αλλά και από τη γειτονιά. Ετσι, ξεκινήσαμε από τον Πειραιά, αγόρια και κορίτσια, ντυμένα όσο πιο μοντέρνα μπορούσαμε για την εποχή, και με τον ηλεκτρικό κατεβήκαμε στην πλατεία Βικτωρίας.

Θυμάμαι ότι μέχρι τις θύρες του γηπέδου μάς ακολουθούσαν ομάδες αστυνομικών. Μάλιστα, όταν μπήκαμε στο γήπεδο, είδαμε ότι γύρω από τα κάγκελα υπήρχαν αστυνομικές δυνάμεις.

Το πέταλο του γηπέδου προς το οποίο ήταν στραμμένη η εξέδρα είχε γεμίσει ασφυκτικά. Στο ένα μέρος, λοιπόν, των κερκίδων είχε συγκεντρωθεί όσος κόσμος χωρούσε σε όλο το γήπεδο.

Η συναυλία άρχισε με το ελληνικό συγκρότημα της εποχής «Τhe Lοubogg», το οποίο έπαιξε κομμάτια δικά του αλλά και ξένων συγκροτημάτων.

Στη συνέχεια ανέβηκαν στο πάλκο οι Idols και ακολούθησε ο ευτραφής Ιταλός τραγουδιστής Guidone με το συγκρότημά του.

Εμείς, φυσικά, δεν είχαμε κανένα ενδιαφέρον για όλα αυτά και μας έτρωγαν η αγωνία και η αναμονή για να δούμε τον Μικ Τζάγκερ και την παρέα του.

Οταν ανέβηκαν οι Rolling Stones στη σκηνή, έγινε χαμός. Πρώτη φορά κατάλαβα τι σήμαινε «ροκ υστερία». Τα κορίτσια ούρλιαζαν και έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ κι εμείς, οι οποίοι καπνίζαμε αρειμανίως, φωνάζαμε ρυθμικά «we want the Stones».



Μαγευτήκαμε από τον ήχο του σιτάρ που έπαιζε ο Μπράιαν Τζόουνς, ο όμορφος ξανθός του συγκροτήματος, ο οποίος έναν χρόνο αργότερα βρέθηκε νεκρός στην πισίνα του. Και όταν ακούστηκε το ρυθμικό κομμάτι «Let’s spend the night together», όλο το γήπεδο άρχισε να χορεύει και να χτυπάμε τα πόδια μας ρυθμικά στο τσιμέντο, δημιουργώντας έναν δαιμονισμένο θόρυβο.

Η συναυλία ήταν εκπληκτική και «έπεσαν το γήπεδο και τα τσιμέντα» όταν ακούστηκε ο ήχος από την κιθάρα του Κιθ για το «Satisfaction».

Ηταν τόσος ο ενθουσιασμός μας, που μεταδόθηκε και στον Μικ Τζάγκερ, ο οποίος κατέβηκε από τη σκηνή και άρχισε να πετάει στο κοινό κόκκινα γαρίφαλα!

Θα πρέπει να θεωρήθηκε «κομμουνιστικός κίνδυνος» και δόθηκε στην Αστυνομία το σύνθημα να επέμβει. Αρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψιλές, η συναυλία διεκόπη, οι Rolling Stones έφυγαν τρέχοντας προς τα αποδυτήρια και εμείς, πατείς με πατώ σε, τρέξαμε προς τις θύρες.

Είναι θαύμα πως δεν θρηνήσαμε μια πρόωρη Θύρα 7. Τραβούσα το κορίτσι μου από το χέρι, καθώς γύρω μας πέφτανε κλοτσιές και χτυπήματα με κλομπ από τους αστυνομικούς στο ψαχνό.



Τότε άκουσα για πρώτη φορά να φωνάζουν οι νέοι ομαδικά «Εξω οι μπάτσοι». Ούτε ξέρω πώς βγήκαμε στα στενά γύρω από το γήπεδο και ενώ η κλοτσοπατινάδα είχε γενικευτεί, φτάσαμε τρέχοντας στη λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Η κυκλοφορία είχε διακοπεί, τα αυτοκίνητα κόρναραν δαιμονισμένα και οι αστυνομικοί φώναζαν «τσογλάνια, κομμούνια, θα σας λιώσουμε».

Φυσικά, οι περισσότεροι από μας ούτε τσογλάνια ήταν ούτε κομμούνια. Το κλίμα, όμως, της εποχής ήταν εναντίον κάθε ενέργειας των νέων που απειλούσε την τάξη και την ασφάλεια.

Στον σταθμό του ηλεκτρικού είδα παιδιά με σπασμένα κεφάλια, κορίτσια να κλαίνε και να ουρλιάζουν και μπήκαμε στο τρένο, ενώ όλοι μάς κοιτούσαν με συγκατάβαση.

Αυτή ήταν η περίφημη συναυλία των Rolling Stones στην Αθήνα το 1967. Μια συναυλία ημιτελής και περιπετειώδης.

Πολλά χρόνια αργότερα πήγα να τους δω στο Ολυμπιακό Στάδιο. Τίποτε δεν θύμιζε εκείνη την εποχή. Ηταν όλα κανονικά και η μουσική τυποποιημένη. Εφυγα στα μισά. Ηθελα να κρατήσω την εικόνα μιας πραγματικά ροκ συναυλίας, όμοια της οποίας δεν ξανάζησα ποτέ.