Η ελληνική δραματουργία στο προσκήνιο

Η Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη έπλασε αριστοτεχνικά ένα επίκαιρο υλικό, εμφυσώντας στο εσωτερικό του δράματος ποιητικότητα

Aπό τον 
Γιώργο Παπαγιαννάκη*

Διαβρωτικός μικροαστισμός, οικογενειακά απολιθώματα, ταξική καχεξία, άκαρπες προσδοκίες, εκκωφαντικές ματαιώσεις και πνιγηρή εγκαρτέρηση πλέκουν το νήμα των μυθιστορημάτων του Αγγελου Τερζάκη. Πνευματικός περιηγητής με μελαγχολικό βλέμμα, ο Τερζάκης θα εκφράσει, ως φωνή της γενιάς του ’30, με τον δικό του διακριτό τρόπο τα κληρονομικά τραύματα και τα αδιέξοδα μιας ολόκληρης κοινωνίας στον Μεσοπόλεμο.

Προσηλωμένος στην «ψυχολογική μεταβατικότητα της ζωής των ηρώων του», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, παρακολουθεί τους σπασμούς των συναισθημάτων στη σύγκρουσή τους με τα πνιγηρά περιβάλλοντα που συντρίβουν την ορμή του ατόμου στην πορεία του προς την αυτοπραγμάτωση, με έναν πεσιμισμό τον οποίο θα ορίσει με τη χαρακτηριστική φράση του στον πρόλογο του «Απρίλη» (1945): «Η ζωή των ανθρώπων μού φαίνεται τώρα σαν ένα δράμα με θέση, που βαστάει αιώνες, και που παριστάνει την ήττα της λογικής από το Θεό».

Στο θεατρικό του «Γαμήλιο εμβατήριο» (1937) -Σύγχρονο Θέατρο- στην επιφάνεια μιας τυπικής ηθογραφίας, ανοίγει διάλογο με ζέοντες φιλοσοφικούς στοχασμούς, διοχετεύει έντεχνα στο ελληνικό τοπίο την τσεχοφική αθυμία, «συνομιλεί» απροσχημάτιστα με ιψενικές λύσεις, επιψαύει ψυχαναλυτικά ζητήματα, προσδίδει σε πρόσωπα και καταστάσεις συμβολική φυσιογνωμία και δυναμική. Ωστόσο, χρόνια πριν το παράλογο αρχίσει να αρθρώνει την ασύμβατη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο, σε αυτό το πόνημα του Ελληνα δραματουργού διακρίνουμε έναν πρώιμο σπινθήρα του. Η οικία Μαρκογιάννη, ωσάν στην ακρώρεια της ζωής, αναδίδει τη δυσώδη οσμή του ερμητικά κλειστού, εντός του οποίου συντελείται, ανελέητα και εις το διηνεκές, το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη από τα ιζήματα ενός μακρινού προβληματισμού για τη θέση της γυναίκας στην πατριαρχική κοινωνία έπλασε αριστοτεχνικά ένα επίκαιρο υλικό, μετατρέποντας μια γραμμικά αναγνώσιμη τυπολογία σε εύγλωττα σύμβολα και εμφυσώντας στο εσωτερικό του δράματος ποιητικότητα.
Ο Κωνσταντίνος Κάππας, επωμιζόμενος όλους τους αντρικούς ρόλους του έργου, αντιπαρήλθε με σκηνικό ένστικτο την προοπτική να ταυτιστεί με ένα διογκωμένο και δυσανάγνωστο παλίμψηστο τύπων, εντοπίζοντας ένα λειτουργικό ειδικό βάρος, όπου επένδυσε υποκριτικά και με ελάχιστα υλικά μέσα, όπως υπαγορεύει το σύμβολο.

Η Μαίρη Χήναρη θεμελίωσε τον ρόλο της μητέρας επάνω στη συχνότητα ενός νευρωτικού πραγματισμού, άλλοτε ενσωματωμένου αγαστά στον ψυχολογικό ορίζοντα και άλλοτε κινούμενου φυγόκεντρα ως προς αυτόν. Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ (Λεμονιά) αποτύπωσε, χωρίς γραφικά ολισθήματα και με στερρά δυναμική, το υποκατάστατο της εκλείπουσας πατρικής παρουσίας. Η Κατερίνα Μπιλάλη (Μαρίνα) μετέδωσε ισόρροπα τις διαπιδύσεις ανάμεσα στην άδολη ονειροπόληση, στην ανερμάτιστη επαναστατικότητα και τη δίψα για αυτοεκπλήρωση. Τέλος, η Γιώτα Τσιότσκα (Ροζαλία) υποστασιοποίησε στικτά τα συμπτώματα κατάθλιψης που γεννά η ζοφερή αταραξία της επαρχιακής ζωής, ενώ η Πέτρα Μαυρίδη (Ανθούλα) περιήλθε το δράμα διακριτικά και ως απείκασμα και συνισταμένη των ψυχοσυνθέσεων του περιβάλλοντος.

*Θεατρολόγος - Κριτικός Θεάτρου