Τιμή στην προσφορά του Αρ. Δημητράτου

Στη γιορτή της εργασίας ας μην ξεχνάμε τον Μεταξά και τον υπουργό του που διασφάλισαν την κοινωνική ειρήνη

Από τον
Φαήλο Μ. Κρανιδιώτη*

Χθες γιόρταζε ο κόσμος της εργασίας, η αληθινή Ελλάδα, αυτή που σας ταΐζει, σας ποτίζει, αυτή που παράγει προϊόντα και προσφέρει ζωτικές υπηρεσίες, αυτή που κινεί όλα τα γρανάζια της οικονομίας, σχεδόν ολόκληρης της κοινωνίας. Γιόρταζε ο πατέρας μου, ο Μιλτιάδης, από το Σκουτάρο της Λέσβου, που μεγάλωσε στην Αμφιάλη και ξεκίνησε λιμενεργάτης στο κάρβουνο, το πιο σκληρό κομμάτι του ΟΛΠ, μετά έκτακτος τεχνικός υπάλληλος στην τέχνη που έμαθε, πλαστιγγοποιός, και μετά μόνιμος, ο μοναδικός πλαστιγγοποιός σε όλο το λιμάνι. Εκεί όπου ήταν λιμενεργάτης και ο πατέρας του, ο παππούς Χρυσόστομος ή Χρήστος, με το μυτιληνέικο προσωνύμιο «σγουρνιό», δηλαδή γκεσέμι, λόγω της σωματικής ρώμης του στη δουλειά, θηρίο κανονικό και πρώτο μαχαίρι αν τολμούσες να τον πειράξεις, πολεμιστής της Μικράς Ασίας, αλάνι και εμπρηστής βουλγαρικού πλοίου με γερμανικά εφόδια, στο δίκτυο του Τσιγάντε. Πέθανε στην Κατοχή από τις συνέπειες της πείνας.

Γιόρταζε η μάνα μου, η Βαρβάρα, το γένος Πελώνη, από το Μαυρομμάτι της Βοιωτίας, από αγροτική οικογένεια, η κόρη του Φαήλη, που πολέμησε κι αυτός στη Μικρά Ασία και μετά ξεχέρσωσε μόνος του με το τσεκούρι, τις τριχιές και τα άλογα 30 στρέμματα λόγγο με πουρνάρια και τα έκανε ελαιώνα. Δούλεψε χρόνια γαζώτρια, πρώτα φασόν στο σπίτι -κοιμόμουν και ξυπνούσα παιδάκι με τον ήχο της Singer- και ύστερα σε βιοτεχνία στην Κοκκινιά. Αυτοί οι δύο ήταν και είναι το παράδειγμά μου.

Πιστεύω στην εθνική και κοινωνική ενότητα, όλοι έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις, που πρέπει να κατατείνουν στο γενικό καλό. Oμως δεν ξεχνώ από πού έρχομαι, δεν ξεχνώ την τάξη μου και γι’ αυτό ξέρω πού πάω.

Στην Ελλάδα έχουμε ορισμένα παράδοξα. Θα επαναλάβω το βασικότερο και παρακαλώ πολύ, αν κρατάει την εφημερίδα αριστερός φίλος, να καθίσει, να πιει μια δραμαμίνη με λίγο κρύο νερό, να κάνει εισπνοές εκπνοές και ύστερα να διαβάσει παρακάτω. Το 1922, επί Γούναρη, ψηφίστηκε ο Νόμος 2868/1922 «Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων», που όριζε τους κανόνες λειτουργίας των πρώτων 45 ασφαλιστικών ταμείων. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, γενικός γραμματέας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας της οικουμενικής κυβέρνησης το 1926, μαζί με τους Σβώλο, Ζάκα και Αγαλλόπουλο άρχισε τη συζήτηση για την ίδρυση ενός κρατικού ιδρύματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Ο Νόμος 5733/1932 ψηφίστηκε επί κυβερνήσεως Βενιζέλου με πρόνοια να εφαρμοστεί έπειτα από πέντε μήνες. Δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Το 1934 νέος νόμος διόρισε ως πρώτο πρόεδρο του Δ.Σ. του ΙΚΑ τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ούτε ο νόμος αυτός εφαρμόσθηκε λόγω των εργοδοτικών αντιδράσεων. Ο Κανελλόπουλος παραιτήθηκε, ανέλαβε ο Χρήστος Αγαλλόπουλος, όμως παραιτήθηκε και αυτός. Χρειάστηκε το σιδερένιο χέρι του Ιωάννη Μεταξά το 1936, που εξόπλισε το ΙΚΑ με πόρους και αρμοδιότητες, το κατέστησε κυρίαρχο παράγοντα στην εργατική ζωή, ενώ καθιέρωσε και τον εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Ο Μεταξάς για την υλοποίηση της φιλεργατικής πολιτικής του διόρισε υπουργό Εργασίας έναν βετεράνο κομμουνιστή, απαίτησε κοινωνική ειρήνη για την ανάπτυξη της οικονομίας και, ακούγοντας τις εισηγήσεις του υπουργού του, έκανε νόμο του κράτους τα μέτρα που θα εξασφάλιζαν αυτή την κοινωνική ειρήνη, ήτοι: καθιέρωση του οκταώρου και της κυριακάτικης αργίας, απαγόρευση της παιδικής εργασίας, 15 ημέρες ετήσιας υποχρεωτικής άδειας, αργία της Κυριακής και για τους δημοσιογράφους, ελάχιστο μεροκάματο, συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις (υπογράφηκαν 237 συλλογικές έως το 1938) και αυστηρή εποπτεία της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας. Θεσμοθετήθηκε, επίσης, και οργανώθηκε η νοσηλεία όλων των εργαζομένων. Ιδρύθηκε η Εργατική Εστία, Σχολή Κοινωνικής Πρόνοιας, καθώς και ιατρεία για την παρακολούθηση των εγκυμονουσών, ενώ οργανώθηκαν συσσίτια άπορων ανέργων και μαθητών σε δεκάδες πόλεις. Ποιος ήταν, όμως, ο κομμουνιστής που τη νύχτα της 4ης Αυγούστου διέταξε ο Μεταξάς και τον έφερε στο γραφείο του η Αστυνομία; Εκείνος νόμισε πως τον πήγαιναν για τη φυλακή ή την εξορία και βγήκε από το γραφείο του Μεταξά... υπουργός. Ο Αριστείδης Δημητράτος ήταν Κεφαλλήνιος, αδελφός τού εκ των ηγετών του ελληνικού σοσιαλισμού, του Νίκου Δημητράτου. Εφηβος, εντάχθηκε στη Σοσιαλιστική Νεολαία Ελλάδας, που κατόπιν ενώθηκε με τον «μπαμπά» του ΚΚΕ, το ΣΕΚΕ. Δραστηριοποιήθηκε στο συνδικαλιστικό κίνημα, με ενεργό ρόλο πλάι στους καπνεργάτες της Καβάλας. Εχοντας δει την ολοκληρωτική και ανθελληνική πολιτική του ΚΚΕ, αποχώρησε από τις τάξεις του και κατήγγειλε την ποδηγέτηση του συνδικαλιστικού κινήματος από τους κομμουνιστές. Το 1928 εκλέχθηκε γενικός γραμματέας της ΓΣΕΕ, υπουργός Εργασίας του Ιωάννη Μεταξά και γενικός γραμματέας της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας, υφυπουργός Εργασίας και στην κυβέρνηση Κορυζή, ενώ στην εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού ανέλαβε και το υπουργείο Γεωργίας έως το 1942. Στην περίοδο 1958-1961 διετέλεσε πάλι υπουργός Εργασίας του Κ. Καραμανλή.

Η Αριστερά θα σας πει πως είναι «μύθος» η φιλεργατική πολιτική του Μεταξά. Γιατί; Γιατί έτσι γουστάρει. Οπως σας έλεγε να φάτε μαρούλια του Τσερνόμπιλ. Αυτή, όμως, είναι η αλήθεια, όση λάσπη κι αν ρίχνουν η Αριστερά και η συμπλεγματική ψευτοδεξιά. Οταν, λοιπόν, ξαναπάτε στην εκκλησία οι εργαζόμενοι, ανάψτε ένα κεράκι στη μνήμη του Αριστείδη Δημητράτου και του Ιωάννη Μεταξά, που φρόντισαν τον εργατοϋπαλληλικό κόσμο όσο κανείς. Τους οφείλετε πολύ περισσότερα απ’ ό,τι σε όλο το ΚΚΕ, το ΠΑΣΟΚ και στις παραφυάδες τους.

*Πρόεδρος της ΝΕΑΣ ΔΕΞΙΑΣ
www.neadexia.gr