Ο ψυχρός μήνας Ιανουάριος

Καθόμουνα ήσυχα – ήσυχα και έβλεπα τηλεόραση (όχι τούρκικα, όχι ειδήσεις, όχι στρογγυλά, μακρουλά, τριγωνικά και τρίγωνα Πανοράματος τραπέζια και προ παντός ποτέ ΕΡΤ).

Είχα τυλιχτεί με δύο κουβέρτες χωριάτικες και σκούφο και ήμουν αρκετά εκνευρισμένος, διότι το ντεπόζιτο του καυστήρα μας, έχει να δει πετρέλαιο, από τότε που ο Αλέξης έσκισε τα Μνημόνια και έτσι υποχρεωτικώς παριστάνουμε τις φώκιες. Πιο πολύ, με νευρίασε το στεφάνι μου, που αφού λασκάρισε λίγο το κασκόλ και μετακίνησε την full face κουκούλα, μου είπε τρέμοντας απ’ το κρύο: «Φαντάζεσαι οι Βαρδινογιάννηδες με τόσο πετρέλαιο, τι ωραία ζέστη θα έχουν στο σπίτι τους;».  Έψαξα ένα γύρο μήπως βρω τίποτα πρόχειρο και κατάλληλο για εκσφενδόνιση, αλλά και δεν βρήκα αλλά και που να βγάζεις τώρα τα χέρια απ’ τις τσέπες. Αλήθεια οι φώκιες έχουνε τσέπες;

Εκεί λοιπόν που ήμουν έτοιμος να ψιλοπάρω έναν υπνάκο, χτυπάει το τηλέφωνο. Ευτυχώς είχα δίπλα την φορητή συσκευή, που έτσι πρέπει να λέγεται και το «κινητό», βγάζω το χέρι απ’ την βελέντζα και…

- Εμπρός.

- Έλα ρε τι γίνεται;

- Καλά ρε εσύ καλά;

- Σπίτι όλοι καλά;

- Δόξα τω Θεώ.

- Έλα θαρθείς την Κυριακή;

- Πρώτον ποιός είσαι και δεύτερον πού να έρθω;

- Έλα ρε δε με κατάλαβες;

- Γιατί μωρ’ αδερφέ μου να σε καταλάβω;

- Έλα είμαι ο Μπάμπης, ο πρόεδρος των εν Αθήναις  Κατσαβραχιωτών ρε, του χωριού μας!

- Α γειά σου ρε Μπάμπη είπα, αλλά μάλλον δεν κατάφερα να τον πείσω ότι τον θυμήθηκα. Τι γίνεται πώς και μας θυμήθηκες;

- Ε, όχι και “πώς σας θυμήθηκα ρε πατρίδα”. Εγώ πάντα ρωτάω. Τέλος πάντων.  Ο λόγος που σε πήρα, είναι ότι την πάρα πάνω Κυριακή, κόβουμε την πίττα του Συλλόγου του χωριού στην ταβέρνα «Ιτιά ιτιά λουλουδιασμένη», ξέρεις ρε του πατριώτη μας, του Αντρέα της γκαβής.

- Την πίττα ή την Βασιλόπιττα ρε Μπάμπη;

- Την πίττα τη πίττα. Δεν υπάρχουν Βασιλιάδες τώρα.

- Ο πατέρας σου ρε, δεν ήταν κάργα Βασιλικός;

- Ε !...

- Εσύ ρε δεν έβριζες τη χούντα, μετά την μεταπολίτευση βέβαια για σιγουράντζα, που «έφαγε» τον Βασιλιά;

- Ε !...

- Εσύ ρε Μπάμπη δεν  έτρεχες στο δημοψήφισμα και μοίραζες ψηφοδέλτια για τον Κωνσταντίνο;

- Ε !...

- Τι να σου πω ρε Μπάμπη, εκείνο που θαυμάζω σ’ εσένα είναι τα ακλόνητα πιστεύω και τα πιό ακλόνητα επιχειρήματά σου… Τέλος πάντων γράψε με εμένα και την κυρά. Α και πού είσαι. Την λένε «Βασιλόπιττα» για τον Άγιο Βασίλειο όχι για τον Βασιλιά. Άντε να μου χαθείς βλάκα, είσαι και πρόεδρος (τις τελευταίες 8 λέξεις τις είπα αφού είχα κλείσει το τηλέφωνο…).

Αυτό ήταν το πρώτο, από μία σειρά τηλεφωνημάτων που δέχθηκα από μια σειρά «Μπάμπηδων». Ακολούθησαν οι Πόντιοι της γειτονιάς μου, οι Πελοποννήσιοι της γειτονιάς μου, οι Θεσσαλοί της γειτονιάς μου, οι Ηπειρώτες της γειτονιάς μου, οι Θεσσαλονικείς της γειτονιάς μου, οι Κρητικοί της γειτονιάς μου, οι Θρακιώτες της γειτονιάς μου, οι Σαρακατσάνοι της γειτονιάς μου, ο Πολιτιστικός Όμιλος της γειτονιάς μου, η ποδοσφαιρική ομάδα της γειτονιάς μου, οι συμμαθητές από το Νηπιαγωγείο, οι συμμαθητές από το Δημοτικό, οι συμμαθητές από το Γυμνάσιο, οι παλιοί φίλοι, οι παλιοί εχθροί και τράβα κορδέλα. Συνολικώς, δέχθηκα πάνω από 20 προσκλήσεις για κοπή «Πίτας». Ουδείς την ονόμασε «Βασιλόπιτα»! Ρε αντίσταση σ’ αυτόν τον τόπο…

Μετά από αυτόν τον καταιγισμό, είπα να κοιτάξω και λιγάκι τα οικονομικά μου ώστε να δω αν μπορώ να ανταποκριθώ. Έχουμε λοιπόν, 25 ευρώ το άτομο και 25 το στεφάνι μου, το όλον 50 ευρώ. 20 ευρώ το κομμωτήριο. 10 ευρώ το ταξί ή το ΙΧ (καύσιμα και παρκινγκ), σύνολο 80 ευρώ. Βάλτε 20 εκδηλώσεις επί 80 μας κάνει 1.600 ευρώ. Δηλαδή μνημονιακοί μισθοί 2 μηνών.

Είστε καλά ρε «Μπάμπηδες»; Και πού να βρω εγώ τόσα λεφτά για νάρθω στην «Ιτιά την λουλουδιασμένη», να φάω ένα πρώτο πιάτο της συμφοράς (δύο κεφτεδάκια χωρία κιμά, τρία σπανακοπιτάκια χωρίς σπανάκι και ένα τυροπιτάκι χωρία τυρί) και ένα δεύτερο της απελπισίας (μια μπριζόλα από ένα χοιρινό που απογοητευμένο από την ζωή του, μια και το περιφρονούν ακόμα και οι λαθρό, αυτοκτόνησε εις τα δυσμάς του βίου του), να πιώ ένα ξιδόκρασο και να πληρώσω όσο θα πλήρωνα  στο Χίλτον;

Αμ τους λόγους πού τους βάζεις; Όλοι οι πρόεδροι που σέβονται τον εαυτό τους, με το καλό τους κοστούμι (εκείνο το έρημο το σακάκι σαν πολύ μίκρυνε…), τις περισσότερες φορές χωρίς γραβάτα, θεωρούν υποχρέωση τους να εκφωνήσουν κι’ από ένα δεκάρικο, με τα πεπραγμένα του Συλλόγου. Και κάπου εκεί, μεταξύ κεφτέ χωρίς κιμά και απελπισμένου χοιρινού,  σκάει μύτη και  η λαχειοφόρος αγορά (νάτο και το έξτρα έξοδο), όπου ο νεόπλουτος χασάπης (γύρευε τι κατιμάδες για αρνάκι γάλακτος πούλησε) αγοράζει τους εναπομείναντες 300 κλήρους προς 100 ευρώ, ενώ δίπλα του, η τετράπαχη κ. χασάπη, χαμογελάει αυταρέσκως και ηλιθίως.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά περνάει η ριμάδα η ώρα και αρχίζει το χασμούρημα. Η κυρία χασάπη κρατάει περήφανη τον ζωγραφικό πίνακα του μεγάλου πατριώτη ζωγράφου Νικ Κοκ (Νίκος Κοκκινοτρίχης λέγεται και το πρωί δουλεύει ταπετσιέρης ενώ το βραδάκι ζωγραφίζει) με θέμα «Η κόρη άνευ προίκα».

Εσύ σκυλοβαριέσαι και ψιθυρίζεις στο στεφάνι σου: «Ε, δεν πάμε κι΄ εμείς;» για να εισπράξεις την αναμενομένη απάντηση «Δεν καθόμαστε λίγο ακόμη;». «Τι να κάνουμε ρε γυναίκα; Καλά φάγαμε (ψέματα), καλά ήπιαμε (ουδέν ψευδέστερον τούτου) δεν πάμε τώρα να ξεραθούμε;». Κάτι αντιδρά αυτή, κάτι επιμένεις εσύ και αρχίζουν ψιθυριστά τα προσκλητήρια αγίων και εκκλησιαστικών σκευών. Άλλωστε τώρα, τόπε και ο Γεραπετρίτης δεν κινδυνεύεις άμα βρίζεις τα άγια. Μόνο άμα βρίσεις λαθρομετανάστη ή ΛΟΑΤΚΙ.

Τέλος πάντων κάποια στιγμή φεύγετε πάτε σπίτι και εκεί αρχίζει η πραγματική σύρραξη.

Πανάθεμά σε παλιό Μπάμπη μας χάλασες τη βραδιά. Βουτάς στις δύο κουβέρτες, τις χωριάτικες, και στήνεσαι μπροστά στην τηλεόραση. Και είπαμε: Όχι τούρκικα, όχι ειδήσεις, όχι στρογγυλά, μακρουλά, τριγωνικά και τρίγωνα Πανοράματος τραπέζια και προ παντός ποτέ ΕΡΤ.

Α και κάτι ακόμη. Επειδή σε λίγες μέρες ανοίγει το Τριώδιο και επειδή οι Πίτες (ποτέ Βασιλόπιτες) θα κλοβονται μέχρι την Μεγάλη Δευτέρα, κρατάτε μαζί σας και καμιά σερπαντίνα για το καλό.

Και του χρόνου

Χρήστος Μπολώσης